|
|

Μερικά απο τα αεροσκάφη του 13ου σμήνους πετούν προς την μακρυνή Κορέα
Ο ΠΟΛΕΜΟΣ της Κορέας
ξέσπασε στις 25 Ιουνίου 1950, με την εισβολή της κομμουνιστικής Βορείου Κορέας
του Κιμ Ιλ Σουνγκ στο νότιο τμήμα της χερσονήσου, όπου είχε εγκαθιδρυθεί μια
δυτικού τύπου «δημοκρατία» με ηγέτη τον αυταρχικό Σίγκμαν Ρι.
Ο Κιμ Ιλ Σουνγκ
στόχευε στην ενοποίηση της ασιατικής χερσονήσου κάτω από κομμουνιστικό καθεστώς
και υπό την επιρροή της ΕΣΣΔ.
Οι βορειοκορεατικές δυνάμεις, με τη στρατιωτική
συνδρομή της ΕΣΣΔ, εισέβαλαν στη νότιο Κορέα παραβιάζοντας τον 38ο
παράλληλο, που είχε οριστεί ως το σύνορο ανάμεσα στη βόρειο και τη νότιο Κορέα
από τις Συμμαχικές δυνάμεις του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Ο Ψυχρός Πόλεμος είχε
γίνει θερμός.
Στην έκκληση του
ΟΗΕ για στρατιωτική βοήθεια, η Ελλάδα ανταποκρίθηκε με την αποστολή ενός
ενισχυμένου Τάγματος Πεζικού και ενός Σμήνους Μεταφορών – το περίφημο 13ο
Σμήνος, που αναχώρησε και πρώτο. Τα επτά C-47 που απογειώθηκαν από το
αεροδρόμιο της Ελευσίνας στις 11 Νοεμβρίου του 1950, στις οκτώ και τριάντα το
πρωί, με προορισμό τη μακρινή Κορέα ανήκαν στη γνωστή από τη συμμετοχή της στον
ελληνικό Εμφύλιο πόλεμο, 355η Μοίρα Μεταφορών. Στην πλειονότητά
τους, οι αξιωματικοί και οι υπαξιωματικοί της πρώτης αποστολής του 13ου
Σμήνους ήταν έμπειροι αεροπόροι, βετεράνοι του μετώπου της Μέσης Ανατολής κατά
την περίοδο 1941-44, και του ελληνικού Εμφυλίου (1946-49).
Το μεσημέρι της 3ης
Δεκεμβρίου 1950, τα πρώτα ελληνικά φτερά προσγειώθηκαν στο έδαφος της Κορέας.
Αμέσως, το ελληνικό Σμήνος, διατέθηκε στην 21η Μοίρα Μεταφορών (η
οποία μετονομάσθηκε αργότερα σε 6461 Μοίρα), της 374ης Πτέρυγας της
Αμερικανικής Πολεμικής Αεροπορίας (USAF).

Το
θρυλικό "92622" που έφερε το όνομα του Ποσειδώνα (στα Ελληνικά στο δεξιό
μέρος και στα Αγγλικά στο αριστερό)
σε μιά ανάπαυλα των
επιχειρήσεων.Στο κέντρο με το μαύρο μπουφάν, ο διοικητής του σμήνους Σμηναγός Φραγκογιάννης.
Οι πεζοναύτες εγκλωβίζονται
Καθώς τα αμερικανικά
στρατεύματα και οι λοιπές δυνάμεις του ΟΗΕ (σε αυτή τη φάση, της Βρετανίας και
της Τουρκίας) κάνουν την επέλασή τους προς τον ποταμό Γιαλού, στα σύνορα της
βορείου Κορέας με την Κίνα, ο Μάο αποφασίζει να δράσει. Ήταν κάτι που φοβόταν ο
Προέδρος Τρούμαν. Τους φόβους του αυτούς όμως, ο διοικητής των αμερικανικών
δυνάμεων στην Άπω Ανατολή, ο λεγόμενος «Θρύλος του Ειρηνικού» στρατηγός
Μακάρθουρ, απέρριπτε ως αβάσιμους. Αγνοούσε όμως ότι μισό εκατομμύριο περίπου
Κινέζοι διάβαιναν κρυφά τον Γιαλού και προέλαυναν προς το νότο.
Στις 28 Νοεμβρίου
1950 είκοσι χιλιάδες Αμερικανοί πεζοναύτες δέχτηκαν την επίθεση 120.000
Κινέζων, οι οποίοι και τους καθήλωσαν.
Μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα οι
υπεράριθμοι Κινέζοι είχαν περικυκλώσει τους γύρω λόφους και εγκαταστήσει τον
έλεγχό τους κατά μήκος της μοναδικής οδού, από την οποία θα μπορούσαν να
εφοδιαστούν οι Πεζοναύτες. Επρόκειτο περί μιας άτακτης υποχώρησης (κάποιοι την
αποκάλεσαν «Το αμερικανικό Βατερλώ») από κοιλάδα σε κοιλάδα και από ύψωμα σε
ύψωμα. Όλ’ αυτά, κάτω από σιβηρικό ψύχος που έφτανε τους μείον τριάντα βαθμούς
Κελσίου.
Για να καταφέρουν
να αναχαιτίσουν τις κινεζικές δυνάμεις οι εναπομείναντες μάχιμοι Πεζοναύτες
έπρεπε επειγόντως να ανεφοδιαστούν αλλά και να απαλλαγούν από το φορτίο των
χιλιάδων τραυματιών, που κάθε πρωί, μετά τις νυχτερινές μαζικές επιδρομές των
Κινέζων, αυξάνονταν. Ο μόνος τρόπος ανεφοδιασμού ήταν ο αεροπορικός. Έπρεπε
λοιπόν να δημιουργηθεί μία αερογέφυρα προκειμένου να ανεφοδιαστούν οι
Πεζοναύτες και να μεταφερθούν οι τραυματίες και οι νεκροί. Μόνο στο Χαγκαρού Ρι, ένα χωριό κοντά στα
κινεζοκορεατικά σύνορα, εκατό μίλια από τα σύνορα της Μαντζουρίας, στο ύψος
σχεδόν του Βλαδιβοστόκ, βρίσκονταν περίπου χίλιοι τραυματίες. Γι’ αυτό, οι
εγκλωβισμένοι Πεζοναύτες μετέτρεψαν ένα παγωμένο χωράφι σε πεδίο
προσγείωσης μήκους 2.200 ποδών, ειδικά
για τα C-47, που καλούνταν τώρα να τους σώσουν από βέβαιο
θάνατο. Τρία από αυτά τα C-47 θα ανήκαν στη
δύναμη του 13ου Σμήνους.
Το 92620 σε μια αποστολή μεταφοράς στρατευμάτων σε άγνωστο πεδίο προσγειώσεων.
Σε πρώτο πλάνο ο Ναυτίλος σμηναγός Καρβούνης.
Οι Έλληνες αεροπόροι θυμούνται
Μόνο δύο ημέρες είχαν
περάσει από την άφιξη των ανδρών του ελληνικού Σμήνους στην Ιαπωνία, όταν
κλήθηκαν επειγόντως να βοηθήσουν στην επικίνδυνη επιχείρηση απεγκλωβισμού των
Αμερικανών στρατιωτών. Υπό κανονικές συνθήκες, τους περίμενε η λεγόμενη
«εβδομάδα προσαρμογής» κατά τη διάρκεια της οποίας θα έκαναν πτήσεις
εξοικείωσης. Οι Κινέζοι όμως άλλαξαν τα σχέδια και των Ελλήνων και των
Αμερικανών.
Τα συνεργεία
συσκευασίας εφοδίων στη ιαπωνική βάση της Ασίγια δεν σταματούσαν λεπτό να
ετοιμάζουν εφόδια και υλικό, τροφή και νερό, πολεμοφόδια, φάρμακα, κουβέρτες,
σκηνές κτλ. φορτώνοντάς τα στα C-119 της 314ης Σμηναρχίας Αερομεταφορών,
ενώ την ίδια στιγμή, Αρχηγός της ελληνικής αποστολής ορίστηκε ο Σμηναγός
Ευάγγελος Τζοβλάς, ο οποίος θα πετούσε με συγκυβερνήτη τον Σμηναγό Ιωάννη
Παπανδρεόπουλο. Τα άλλα μέλη της αποστολής ήταν ο Υποσμηναγός Βλάσσης Δέδες, με
συγκυβερνήτη τον Ανθυποσμηναγό Δημήτρη Κουρή, ο Υποσμηναγός Χάρης Παρασκάκης,
με συγκυβερνήτη τον Ανθυποσμηναγό Αναστάσιο Σταμπούζο, οι ανθυποσμηναγοί Αδάμ
Αγαπάκης, Ερμής Βυζάντιος και Αντώνης Πατρινέλης, οι αρχισμηνίες Γιάννης
Παπαντωνίου, Ανδρέας Αρτσιτάς, Αναστάσιος Γιαννακούρης, Ιωάννης Καποτόπουλος, Λουκάς
Κυπραίος και οι σμηνίτες Νίκος Γερανάς, Νίκος Λυριντζής, Άλκης Παναγιωτάκος και
Νίκος Ροδίτης.
Όπως θυμάται σήμερα
ο Σμήναρχος ε.α. Χάρης Παρασκάκης - «Τσάρλυ», όπως τον αποκαλούσαν χαϊδευτικά
οι συνάδελφοί του, από τη θητεία του κοντά στη βρετανική RAF στη Μέση Ανατολή,
την περίοδο 1941-44, «Στις 4 Δεκεμβρίου 1950, τα ξημερώματα, ενώ κοιμόμουν,
έρχεται ένας Αμερικανός και μου λέει ότι αύριο στις έξι το πρωί έπρεπε να
βρίσκομαι στο Γραφείο Επιχειρήσεων.
Συγκεντρωθήκαμε στο Γ. Ε., όπου επικρατούσε
πολεμική ατμόσφαιρα, αλλά κανείς μας δεν ήξερε το λόγο. Το πρώτο πράγμα που μας
ρώτησε ο Αμερικανός αξιωματικός ήταν: Δεν έχετε τίποτα πιο ζεστό να φορέσετε;
Γιατί; Τον ρωτάμε. Που θα πάμε; Και μας λέει, επί λέξει: Θα πάτε να πολεμήσετε
στη βόρειο Κορέα. Εκεί που έχουν περικυκλωθεί οι Αμερικανοί πεζοναύτες. Πήραμε
όσα ζεστά ρούχα είχαμε και στο Briefing Room μας είπε ο ίδιος αξιωματικός ότι μόλις περάσουμε
τον 40ό παράλληλο, θα σταματήσουμε όλες τις επικοινωνίες, τις ραδιοπυξίδες, για
να μη μας ανιχνεύει το ραντάρ γιατί θα βρισκόμαστε πάνω από εχθρικό έδαφος.
Ξεκινήσαμε με βαριά καρδιά γιατί πραγματικά δεν ξέραμε που πηγαίναμε».
«Θα προσγειωθείτε στο αεροδρόμιο του Γιον Πο.
Βρίσκεται μεταξύ του Χουγκνάμ και του Σονγκτζίν, στις βορειοανατολικές ακτές
της χερσονήσου, λίγο πιο πάνω από τον 42ο παράλληλο. Από εκεί θα
πάρετε οδηγίες για την εκκένωση του πεδίου κοντά στο Χαγκαρού ρι.
Μην
περιμένετε εκεί αεροδρόμιο, οι περικυκλωμένοι πεζοναύτες έχουν κατασκευάσει
πάνω στο δρόμο μια στενή ανηφορική λωρίδα πλάτους 45 και μήκους 2.000 περίπου
ποδών. Είναι ανώμαλη, παγωμένη και φυσικά ολισθηρή. Χθες τρία αεροπλάνα μας
κατεστράφησαν εκεί…».
Έπειτα από δύο ώρες προετοιμασίας και φορτώσεως των
αεροπλάνων με πυρομαχικά, εφόδια κλπ., και αφού οι Έλληνες αεροπόροι εφοδιάστηκαν
με βαρύ αμερικανικό ρουχισμό, πετούσαν κατά μήκος των ανατολικών παραλιών της
χερσονήσου, διασχίζοντας από νότου προς βορρά την ιαπωνική θάλασσα. Ήταν
μεσημέρι της Δευτέρας, 4 Δεκεμβρίου 1950, όταν προσγειώθηκαν στο Γιον Πο…
‘Έλληνες, έλα να δεις τους Έλληνες!’ φώναζαν μεταξύ τους οι Αμερικανοί Σμηνίτες
που πρώτοι έσπευσαν στα ελληνικά αεροπλάνα. Πολύ γρήγορα όμως απογοητεύτηκαν
διότι περίμεναν να δουν τους Έλληνες αεροπόρους ντυμλενους σαν «Εβζονς»… με
φουστανέλες (!).
«Σταθμεύσαμε»,
θυμάται σήμερα ο Χ. Παρασκάκης, «σε ένα εγκαταλειμμένο εχθρικό αεροδρόμιο. Εκεί
ήρθε ο Αμερικανός αξιωματικός της Διοικητικής Μερίμνης και μας είπε ότι θα
κοιμόμασταν μέσα σε κάτι χαλάσματα. Οροφή δεν υπήρχε, ούτε παράθυρα. Ευτυχώς,
δεν έβρεχε και δεν χιόνιζε αλλά η θερμοκρασία ήταν γύρω στους είκοσι υπό το
μηδέν. Μας έδωσαν κουβέρτες και μας διέταξαν να βάλουμε διπλοσκοπιά, ένα
Σμηνίτη και έναν αξιωματικό διότι τη νύχτα υπήρχε κίνδυνος διείσδυσης του
εχθρού. Επέμειναν να είναι σκοπός και ένας αξιωματικός και ότι άμα βλέπαμε
καμία ύποπτη κίνηση θα πυροβολούσαμε χωρίς αναγνώριση. Μας έδειξαν τις αποθήκες
με τις κονσέρβες, μας έδωσαν κλειδιά και μας είπαν να φάμε ό,τι θέλαμε.
Έπειτα, πήγαμε στο
πρόχειρο Γραφείο Επιχειρήσεων όπου μας παρέλαβε ένας Αμερικανός Ταξίαρχος, ο
οποίος μας είπε: Κύριοι, στο Χαγκαρού έχουν αποκλειστεί χίλιοι Αμερικανοί
τραυματίες. Είναι ένα λεκανοπέδιο με βουνά ολόγυρα, τα οποία είναι γεμάτα
Κινέζους.
Οι Πεζοναύτες έχουν φτιάξει έναν πρόχειρο διάδρομο δύο χιλιάδες πόδια
μήκος και σαράντα πόδια πλάτος. Πύργος ελέγχου δεν υπάρχει, χώρος για πολλά
αεροπλάνα επίσης δεν υπάρχει, θα απογειώνεται το ένα, θα προσγειώνεται το άλλο.
Θα πετάτε δέκα μίλια μακριά και όταν θα παίρνετε σήμα απογείωσης από τον
προηγούμενο, θα παίρνετε θέση για προσγείωση. Και αυτό θα γίνεται συνέχεια
μέχρι να συγκεντρώσουμε όλους τους πεζοναύτες. Οι αεροναυτίλοι και οι
ασυρματιστές δεν σας είναι απαραίτητοι, οπότε θα μείνουν πίσω διότι
χρειαζόμαστε χώρο για όσο το δυνατόν περισσότερους τραυματίες».
Σε κάθε ένα από
τα τρία αεροσκάφη αποσπάστηκαν ως ραδιοτηλεφωνητές οι Αμερικανοί Σμηναγοί
Στορς, Ντριου και Μάινο.
Ο Χ. Παρασκάκης
συνειδητοποίησε το βαθμό επικινδυνότητας της αποστολής όταν ο Αμερικανός
Ταξίαρχος ρώτησε ποιος από τους χειριστές ήταν παντρεμένος. «Εγώ, του είπα. Και
με διέταξε να συντάξω αμέσως μια πρόχειρη διαθήκη για τη γυναίκα μου, σε
περίπτωση που πάθαινα κάτι. Έγραψα σε ένα κομμάτι χαρτί δυο λόγια για τη
γυναίκα μου, ευχόμενος ότι δεν θα έφτανε ποτέ αυτό το γράμμα στα χέρια της.
Ύστερα, ο Αμερικανός αξιωματικός μας είπε να αποφεύγουμε τις κορφές των βουνών
διότι είχαν καταληφθεί απ’ τον εχθρό. Προσέξτε ιδιαίτερα την προσέγγιση, γιατί
το αριστερό ύψωμα κατέχεται ισχυρά από τον εχθρό. Από εκεί μπορεί να σας
καταρρίψουν και με το «λιανοτούφεκο». Θα υπάρχει όμως συνεχής κάλυψή σας από τα
καταδιωκτικά του Ναυτικού που θα σφυροκοπούν ιδιαίτερα αυτό το ύψωμα».
Τα χαράματα οι
Έλληνες χειριστές και μηχανικοί βρέθηκαν άυπνοι στα αεροπλάνα τους. Ο καιρός
ήταν πολύ καλός και η θερμοκρασία στους μείον δεκαεννέα βαθμούς Κελσίου. Μέσα
σε είκοσι λεπτά περίπου πετούσαν πάνω από την κοιλάδα του Χαγκαρού ρι.
«Καπνοί
και εκρήξεις στο έδαφος ήταν οι μόνες ενδείξεις ότι κάτι το ανώμαλο συνέβαινε
στη «Χώρα της Πρωινής Γαλήνης».
Στο βάθος πίσω μας στο λιμάνι του Χουγκνάμ
αεροπλανοφόρα, πολεμικά και οπλιταγωγά περίμεναν το πολύτιμο φορτίο που
υποχωρούσε».
Πυκνή ομίχλη
σκέπαζε τον διάδρομο και το χωριό, ενώ δέκα με δεκαπέντε καταδιωκτικά
σφυροκοπούσαν ανελέητα τις κορυφές των υψωμάτων. «Τους έβλεπα, καθώς σαν
γεράκια έπεφταν στις θέσεις των Κινέζων και το θέαμά τους μου θύμιζε τις παλιές
δικές μας ανάλογες βυθίσεις. Καθηλωμένος τώρα στο δυσκίνητο Dakota, έχοντας στο πλευρό μου τον συνοδό μου Αμερικανό
Υποσμηναγό Τόμας Μάινο και όρθιο μεταξύ μας τον συγκυβερνήτη μου αξέχαστο
Δημήτριο Κουρή, έστρεφα συνεχώς πάνω από τους Κινέζους προσπαθώντας να αποφύγω
τους βυθίζοντας γύρω μου συμμάχους και τις αφιλόξενες κορυφές».
Κάποια στιγμή ο
Έλληνας κυβερνήτης διέκρινε μέσα από την ομίχλη την λωρίδα του διαδρόμου.
«Στρέφω, βυθίζω αμέσως και μετά από λίγο, έχοντας συγκριτικά σημεία στο
γειτονικό ύψωμα βρέθηκα πρώτος στην τελική προσέγγιση με τεράστιο βαθμό
καθόδου. Ο διάδρομος όμως είχε και πάλι χαθεί μέσα στο γκρίζο χάος της ομίχλης.
Είχα τώρα αριστερά μου την κορυφή του πιο επικίνδυνου υψώματος. Ασυναίσθητα
συσπειρώθηκα, αναλογιζόμενος πόσο ωραίο στόχο έδινα στους Κινέζους. Ευτυχώς
όμως… Είχα πλέον χάσει το ύψος μου, και προσέγγιζα «έρποντας» προς τον
διάδρομο, την άκρη του οποίου περίμενα με αγωνία να φανεί μέσα από την ομίχλη.
Υπολογίζοντας το μικρό μήκος του διαδρόμου και την παγωμένη επιφάνειά του,
συνεχώς μείωνα την ταχύτητά μου, που θα είχε φτάσει φαίνεται στο κρίσιμο όριο.
Έφτασε ένα τράβηγμα των «μανεττών» πίσω,
για να φέρουν το Dakota σε ομαλή επαφή με τον ανώμαλο διάδρομο.
Ταυτόχρονα όμως μια φοβερή έκρηξη δεξιά, που προς στιγμήν μας έκανε να
νομίζουμε ότι μας έφυγε ο κινητήρας, μας έδωσε να καταλάβουμε τι σημαίνει
«πρώτη γραμμή του πυρός» στο έδαφος».

Και πάλι το 92622 στην παραλία του Κ-53.
Πράγματι, όταν
άνοιξαν οι πόρτες και άρχισε η διαδικασία της φόρτωσης των τραυματιών, το
έδαφος γύρω από το διάδρομο σειόταν από τις εκρήξεις κινεζικών όλμων, ενώ ένα
άλλο θέαμα ήταν οι αξύριστοι με κρουσταλλιασμένα φρύδια, μουστάκια και γένια
Πεζοναύτες, με τα μάτια κόκκινα από τη συνεχή αϋπνία, την εξάντληση και τον
τρόμο, να τρέχουν προς κάποιο ακάλυπτο σημείο, βάλλοντας με ό,τι όπλο είχαν στη
διάθεσή τους προς τους γύρω λόφους. Στους πιο κοντινούς από αυτούς δίνονταν
μάχες εκ του συστάδην, ή ακόμα και σώμα με σώμα, μεταξύ των Αμερικανών και των
Κινέζων. Μεγάλα πυροβόλα στην περίμετρο του διαδρόμου έβαλαν συνεχώς τις
εχθρικές θέσεις, ενώ τα πολυβόλα «κροτάλιζαν» και τα ποικιλόμορφα αλεξίπτωτα με
τα εφόδια έπεφταν εξ ουρανού, από τα C-119.
Ο Χ. Παρασκάκης
θυμάται ότι ακολουθούσε πίσω από το αεροσκάφος του Β. Δέδε. «Τη στιγμή που ήταν
έτοιμος προς απογείωση, με ειδοποιούσε και έπαιρνα τη θέση του για να φορτώσω
τραυματίες αλλά και νεκρούς». Οι Έλληνες χειριστές βοήθησαν τους τραυματίες να
ανέβουν στο αεροπλάνο, καθώς και στη μεταφορά των πτωμάτων. Έργο δύσκολο, καθώς
το τρομακτικό ψύχος παρέλυε τα δάχτυλα και εμπόδιζε τη στερέωση των ιμάντων στο
φορείο. «Παίρναμε τους τραυματίες», λέει σήμερα ο Χ. Παρασκάκης, «και τους
βάζαμε όπως όπως μέσα στο αεροπλάνο, κατάχαμα. Σαράντα πενήντα άτομα. Ο ένας
πάνω στον άλλο. Έπρεπε να γίνουν μια μάζα, ο ένας να κρατιέται απ’ τον άλλο,
διότι είχαμε και αναταράξεις. Βάζαμε και σκοτωμένους, έτσι όπως ήταν παγωμένοι,
καλυμμένοι με κουβέρτες και αλεξίπτωτα.
Το αίμα είχε γίνει σαν κρύσταλλο πάνω
στη στολή και τα πρόσωπά τους».
Τα «σαράντα
πενήντα» άτομα που αναφέρει ο Χ. Παρασκάκης αποτελούσαν φορτίο, διπλάσιο από
αυτό που προβλεπόταν ότι μπορεί να μεταφέρει μία C-47. Σύμφωνα με το
ημερολόγιο του συγκυβερνήτη του Β. Δέδε, Δημήτρη Κουρή, τη δεύτερη μέρα των
αποστολών το αεροπλάνο τους μετέφερε σαράντα τρεις τραυματίες. Όπως έγραψε ο Β.
Δέδες: «Ξαπλωμένοι στα φορεία, καθισμένοι στους πάγκους και στο δάπεδο και οι
υπόλοιποι όρθιοι, συγκρατούμενοι από το συρματόσχοινο της οροφής, θύμιζαν στην
πρώτη ματιά περιεχόμενο αθηναϊκού λεωφορείου σε στιγμές αιχμής της κυκλοφορίας…
Λυπήθηκα όμως που δεν πήρα λίγους τραυματίες ακόμα».
Ο πολεμικός
ανταποκριτής της «Ακρόπολης» Κώστας Τριανταφυλλίδης σημείωνε στις 7 Δεκεμβρίου
1950 ότι κατά την επιστροφή του αεροσκάφους του Χ. Παρασκάκη από το Χαγκαρού
εκτελούσε χρέη νοσοκόμου. Ένας εκ των τραυματιών, ονόματι Βαν Τόμσον, από τη
Φλώριντα, του είπε: «Τον περασμένο Ιούλιο βρισκόμουν στην Ελλάδα. Που να ήξερα
τότε ότι οι Έλληνες θα μ’ έσωζαν από αυτή την κόλαση». Κάποιος άλλος
μονολογούσε κλαίγοντας: «Ένας εναντίον δέκα. Πώς να αντέξουν τα παιδιά»;
Τόσο κατά την άφιξή
τους όσο και κατά την αναχώρησή τους, τα αμερικανικά και ελληνικά αεροσκάφη
δεχόντουσαν έναν πραγματικό καταιγισμό σφαιρών από ελαφρά όπλα και δεν υπήρχε
σχεδόν κανένα που να μην έφερε τα σημάδια από τις ριπές ύστερα από την
προσγείωση.
Η τελευταία αποστολή
Οι πτήσεις στο
Χαγκαρού ρι συνεχίστηκαν έως τις 6 Δεκεμβρίου 1950. Κατά τον Β. Δέδε, αξέχαστη
θα παραμείνει η αποστολή της τελευταίας ημέρας. Στο briefing της προηγούμενης
στο Γιον Πο οι Αμερικανοί ανακοίνωσαν ότι ο κύριος όγκος των Πεζοναυτών έπρεπε
να αποσυρθεί τη νύχτα και ότι η φρουρά είχε διαταγή να κρατήσει το διάδρομο
πάση θυσία μέχρι τις εννέα το βράδυ. Μόνον τρία με τέσσερα αεροσκάφη επρόκειτο
να χρειαστούν, για να μεταφέρουν τους τραυματίες της τελευταίας μάχης. Το ένα
από αυτά ήταν ελληνικό: του Β. Δέδε και του Δ. Κουρή. Μάλιστα, ο Β. Δέδες και
το πλήρωμά του είχαν την τύχη να απογειωθούν πρώτοι. Ομίχλη δεν υπήρχε εκείνο
το πρωί.
Δεν υπήρχε όμως και ο ασύρματος στο διάδρομο και το ελληνικό πλήρωμα
δεν ήξερε τι τους περίμενε στο έδαφος: κρατούσαν ακόμα ασφαλή το διάδρομο οι
Πεζοναύτες ή τον είχαν καταλάβει οι Κινέζοι; Καθώς ήταν έτοιμο να προσγειωθεί
το αεροσκάφος του Β. Δέδε δέχτηκε τη ριπή ενός πολυβόλου στο αριστερό φτερό,
δίπλα στο πηδάλιο κλίσης. Όταν όμως άνοιξαν τις πόρτες και είδαν «φιγούρες με
ψηλό ανάστημα» (δηλαδή Αμερικανούς, και όχι Κινέζους) να τους πλησιάζουν
ένιωσαν μια ανακούφιση.
Το χωριό καιγόταν,
όπως και μία αμερικανική Dakota, λόγω κάποιας βλάβης που είχε υποστεί,
πιθανότατα από τις κινεζικές ριπές.
Δεν έπρεπε όμως με τίποτα να πέσει στα
χέρια του εχθρού. «Δύο μεγάλα φορτηγά περίμεναν μόλις σταμάτησα», γράφει ο Β.
Δέδες.
«Ήταν και τα δύο γεμάτα με νεκρούς από τις μάχες της τελευταίας
νύχτας... Βιαστικά φορτώσαμε τους δεκαοκτώ νεκρούς. Ήταν όλοι τους πέντε νέγροι
και οι υπόλοιποι λευκοί, παγωμένοι, με τραγικές εκφράσεις, όπως ακριβώς έπεσαν
στο πεδίο της μάχης. Τους σκεπάσαμε με τα πολύχρωμα αλεξίπτωτα των ρίψεων και
πατώντας ανάμεσά τους φθάσαμε με κόπο στην καμπίνα μας».
Μετά από λίγο το
άτυχο Dakota 2612 ( άτυχο επειδή έμελλε να συντριβεί στην
Ταεζόν, έξω απ’ το αεροδρόμιο Κ 2, στις 26 Μαίου 1951, και να παρασύρει στο
θάνατο τον κυβερνήτη Ανθυποσμηναγό Αναστάσιο Βάμβουκα, τον συγκυβερνήτη Ανθυποσμηναγό Νίκο Μάμαλη,
τους τεχνικούς Αρχισμηνίες Ανδρέα Αρτσιτά, τον Υποσμηνία Σπύρο Οικονομόπουλο
και το Νοτιοκορετάτη Υπολοχαγό Γιανκ Ποκ) άφηνε πίσω του το καιγόμενο Χαγκαρού
και τους σκληροτράχηλους πεζοναύτες οι οποίοι αναλάμβαναν πλέον να αναχαιτίσουν
τους Κινέζους και να φτάσουν σώοι στο λιμάνι του Χουγκνάμ. Η αποστολή είχε
επιτευχθεί.
Για τη συμβολή του
στην επιχείρηση διάσωσης των Πεζοναυτών από το Χαγκαρού Ρι, το ελληνικό Σμήνος
τιμήθηκε με την Εύφημο Μνεία του Προέδρου των ΗΠΑ, ενώ παρασημοφορήθηκαν από
την Διοίκηση Πολεμικών Μεταφορών οι εννέα αξιωματικοί, έξι υπαξιωματικοί και
τέσσερις σμηνίτες που συμμετείχαν στις πτήσεις στο Γιον Πο και το Χαγκαρού ρι
με το περίφημο Μετάλλιο Αέρος (Air Medal) διότι επέδειξαν «απαράμιλλον θάρρος και
αυτοθυσίαν κατά την εκτέλεσιν πλείστων πολεμικών αποστολών, υπό δυσμενείς καιρικάς
συνθήκας, εντός εχθρικών χωρικών υδάτων, με άμεσον κίνδυνον προσβολής υπό της
εχθρικής Αεροπορίας».
Πράγματι, στον πόλεμο της Κορέας το Χαγκαρού
ρι ήταν η μοναδική περίπτωση που ελληνικά φτερά βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή του
μετώπου και δέχθηκαν εχθρικά πυρά. Ευτυχώς όμως, τα ελληνικά πληρώματα δεν
είχαν καμία απώλεια στις αποστολές αυτές (συνολικά, το 13ο Σμήνος
έχασε στην Κορέα δώδεκα άντρες του). Ωστόσο, θα πρέπει να τονίσουμε ότι ο
μεγαλύτερος εχθρός καθ’ όλη τη διάρκεια της παραμονής του Σμήνους στη «Χώρα της
Πρωινής Γαλήνης, από το Δεκέμβριο του 1950 μέχρι το Μάιο του 1955 (δύο χρόνια
μετά τη λήξη του πολέμου), ήταν οι ακραίες καιρικές συνθήκες και τα πρωτόγονα
αεροδρόμια της Κορέας. Κι όπως χαρακτηριστικά γράφει στο βιβλίο του «Κορέα» ο
Α. Τσολάκης, αντιγράφοντας μια σημείωση από το ημερολόγιο που κρατούσε τότε:
«Κάθε ομοιότης των πεδίων προσγειώσεως με πεδίο κατασκευασμένο για να
προσγειώνονται αεροπλάνα, είναι συμπτωματική…»
****
Βιβλιογραφία
Αντισμήναρχου ε. α. Α. Δ.
Τσολάκη, “Κορέα. Από την εποποιία του Σμήνους της ΕΒΑ στην Κορεατική εκστρατεία,
1950-1955”, Αθήνα, 1969.
Συνταγματάρχου (ΤΘ) Ιωάννη
Καφετζόπουλου, Ταξίαρχου (ΠΖ) Ηρακλή Ζαφείρη, “Το Εκστρατευτικόν Σώμα Ελλάδος
εις Κορέαν (1950-1955)”, Έκδοσις Διευθύνσεως Ιστορίας Στρατού, Αθήνα, 1977.
Michael Hickey, «Ο Πόλεμος της
Κορέας»
Μετάφραση: Δ. Π. Κωστελένος
Επιμέλεια-Πρόλογος-Επίμετρο:
Ν. Α. Κολόμβας, εκδ. Γκοβόστη, Αθήνα, 2002.
Robert J. Dvorchak,
Battle for Korea. A History of the Korean Conflict (Fiftieth Anniversary
Edition), Combined Publishing, Pennsylvania, 2000
Περιοδικό “Στρατιωτική
Ιστορία”, τ. 52, Δεκέμβριος 2000.
Εφημερίδα “Ηχώ των
Αιθέρων”, Νοέμβριος – Δεκέμβριος 1983.
Πανελλήνιος Σύνδεσμος
Παλαιμάχων Πολεμιστών Κορέας, “Το Χρονικόν του Θεάτρου Επιχειρήσεων του
Κορεατικού Πολέμου”, Αθήνα, Ιούνιος 2000.
|