Χάρτης της Ναζιστικής Γερμανίας.
Το κόκκινο τετράγωνο αντιστοιχεί με τον χάρτη δεξιά.

Χάρτης της κάτω Σιλεσίας  με την περιοχή
που κινήθηκε η ομάδα του Σ.Σκάτζικα, μετά την απόδραση.

 

Όπως είχε σχεδιαστεί, οι  δραπέτες μεταμφιεσμένοι με πολιτικά ρούχα και εφοδιασμένοι με πλαστά πιστοποιητικά και ταυτότητες, αμέσως μετά την έξοδό τους σχημάτισαν ομάδες, που η κάθε μιά ξεκίνησε για  τον προορισμό της.
Η ομάδα στην οποία ανήκε ο Σωτήρης  Σκάντζικας, και αποτελείτο απο δώδεκα άτομα, δεν πήγε  στον σταθμό του τραίνου του Σάγκαν  που ήταν κοντά, αλλά σε ένα μικρότερο σταθμό στο Τσίμπσντορφ (Tschiebsdorf) λίγο πιό κάτω. Προσποιούμενοι τους ξένους εργάτες, (πολλοί πραγματικοί ξένοι εργάτες, εκινούντο στην περιοχή  και δεν ήταν ασυνήθιστο φαινόμενο) θα έπαιρναν το τραίνο για την μικρή πόλη Boberöhrsdorf.
Ένας απο την ομάδα, ο Πολωνός υποσμηναγός Jerzy Mondschein, που μιλούσε  τα γερμανικά σχεδόν τέλεια, πήγε στο εκδοτήριο του σταθμού και ζήτησε 12 εισιτήρια. Ο υπάλληλος  στο γκισέ προς στιγμή παραξενεύτηκε, αλλα δεν υποψιάστηκε τίποτε. Ο συναγερμός που είχε σημάνει στο Stalag Luft III, δεν είχε ακόμη γίνει αντιληπτός στην μικρή  πόλη. 
Λιγο μετά τις 05.00, το τραίνο ήλθε και όλοι επιβιβάστηκαν κανονικά.Οι 12 φυγάδες ήσαν σχεδόν μόνοι σε ολόκληρο το τραίνο, πράγμα που διευκόλυνε τις κινήσεις τους και  δεν τους υποχρέωνε να κυττάζουν συνέχεια πίσω απο την πλάτη τους.
Αργότερα, το τραίνο άρχισε να γεμίζει,  αλλά κανένας δεν φαινόταν να τους δίνει σημασία.
Το ταξίδι τους προς τον νότο συνεχίστηκε, χωρίς  κανένα απρόοπτο.Η μόνη στιγμή που ανησύχησαν, ήταν όταν μια γυναίκα-εισπράκτορας άρχισε να φωνάζει κάτι σε έναν απο τους δραπέτες.Σύντομα, διαπίστωσαν με ανακούφιση, οτι τον μάλωνε…. που κάπνιζε σε διαμέρισμα μή καπνιζόντων!
Το τοπίο άρχισε να αλλάζει και να γίνεται ορεινό, η θερμοκρασία  ήταν αρκετά κάτω απο το μηδέν και έπεφτε πυκνό χιόνι.
Το τραίνο σταμάτησε σε όλους τους σταθμούς της διαδρομής και μετά τρείς σχεδόν ώρες έφτασαν στον προορισμό τους. Κατέβηκαν απο το τραίνο,  πέρασαν απο μιά τρύπα στο φράχτη του σταθμού και μετά απο σύντομους αποχαιρετισμούς,
η ομάδα χωρίστηκε και ο καθένας τράβηξε τον δρόμο του.

Ο Σκάντζικας και ο Τζέημς,  παίρνοντας τους πιό απόμερους δρόμους τράβηξαν  προς τους κοντινούς λόφους της οροσειράς Riesengebirge που φάνταζε απροσπέλαστη  στον δρόμο τους για  τα Τσεχοσλοβακικα σύνορα.
Ήταν 9 η ώρα το πρωί  της Κυριακής, 25 Μαρτίου.
Μετά απο λίγα χιλιόμετρα  εγκατέλειψαν τον δρόμο και περνώντας στο πυκνό δάσος, άρχισαν την ανάβασή τους στην οροσειρά.Όλη την ημέρα συνέχισαν την κοπιαστική, ανοδική  τους πορεία στο  χιονισμένο βουνό.Κάθε βήμα τους ήταν πραγματικός αγώνας στο  βαθύ, φρέσκο χιόνι.Στις ψηλότερες πλαγιές το χιόνι τους έφτανε μέχρι την μέση και χρειαζόταν να χρησιμοποιούν χέρια και πόδια, γατζώνοντας τα παγωμένα χέρια τους στις ρίζες των δέντρων για να στηριχτούν και να συρθούν προς τα επάνω.Μετά απο φοβερή προσπάθεια, κατάφεραν να φτάσουν σε ένα μικρό πλάτωμα και συνέχισαν την πορεία τους σε επιπεδο έδαφος.Ακολουθώντας ένα μονοπάτι που μόλις διακρινόταν κάτω απο το πυκνό χιόνι, έφτασαν σε  μιά μισογκρεμισμένη καλύβα που τους πρόσφερε  ένα προσωρινό κατάλυμα.Άναψαν φωτιά και προσπάθησαν να στεγνώσουν και να ζεσταθούν.Το κρύο ήταν τόσο δυνατό που ήταν αδύνατον να κοιμηθούν, παρόλο που και οι δυό τους ήσαν στα πρόθυρα της εξάντλησης.Κατά το σούρουπο, αποφάσισαν να συνεχίσουν   αφού πρώτα προσανατολίστηκαν.
Ξαναπήραν το μονοπάτι και σε λίγο έφτασαν στην άκρη του δάσους.Εκεί, βρέθηκαν στην αρχή μιάς κάτασπρης κοιλάδας στην αλλη πλευρά της οποίας απλωνώταν ένα κακοτράχαλο ορεινό τοπίο.Στα ανατολικά φαινόταν η πόλη Χίρσμπεργκ
(Hirschberg ή Jelena Gora  όπως λέγεται σήμερα στα Πολωνικά).Η θερμοκρασία έπεφτε και ο Σκάντζικας κύτταζε  απελπισμένα πέρα απο την κοιλάδα, τα μακρυνά βουνά.Έτρεμε και ήταν μελανιασμένος απο το κρύο.
Πιό ασυνήθιστος σε τέτοιο περιβάλλον, υπέφερε περισσότερο
απο  τον σύντροφό του, που έχοντας περάσει αρκετά χρόνια στον Καναδά, είχε κάποια πείρα απο βαρύ χειμώνα.
-Έχουμε να περπατήσουμε πάνω απο  εξήντα χιλιόμετρα  σε τέτοιο έδαφος, μέχρι τα Τσεχικά σύνορα.-είπε.

Οι δυό σύντροφοι εξαντλημένοι, βρεγμένοι μέχρι το κόκκαλο και  με τα πρώτα σημάδια  υποθερμίας να κάνουν την εμφάνισή τους,  διαπίστωσαν οτι δεν μπορούσαν να συνεχίσουν άλλο.Αποφάσισαν  λοιπόν,  να διακινδυνεύσουν ξανά ένα ταξίδι με το τραίνο και πήραν τον δρόμο προς την  πόλη Χίρσμπεργκ
.
Μετά απο πορεία ωρών, έφτασαν στο κέντρο της πόλης, και παίρνοντας θάρρος που οι περαστικοί δεν τους έδιναν σημασία, τράβηξαν κατ’ ευθείαν για τον σιδηροδρομικό σταθμό.
---
Η είδηση της απόδρασης τόσο μεγάλου αριθμού αιχμαλώτων  έπεσε σαν κεραυνός στην Γερμανική ηγεσία.
Ο Χίτλερ έγινε έξω φρενών, και διέταξε να συλληφθούν και να εκτελεσθούν όλοι οι δραπέτες!
Λέγεται, οτι ο Γκαίρινγκ  φοβούμενος αντίποινα σε Γερμανούς αιχμαλώτους των συμμάχων, κατάφερε να τον μεταπείση και να μειώση τον αριθμό σε πενήντα.

Η διαταγή αυτή έμεινε γνωστή σαν ”
Sagan Befehl"
Ένα πρωτοφανές ανθρωποκυνηγητό εξαπολύθηκε σε όλη την Γερμανία.
Χιλιάδες στρατιώτες, αστυνομικοί, αλλά και πολίτες, αποσπάσθηκαν απο τα καθήκοντά τους  για να ψάχνουν  για τους φυγάδες.
Η Γκεστάπο φυσικά, πρωτοστατούσε στις έρευνες.

Όλα ήταν ζήτημα χρόνου.
Σιγά, σιγά, ένας μετά τον άλλο, οι δραπέτες άρχισαν να πέφτουν στο δίχτυ που είχε απλωθεί.

Μπαίνοντας στον σιδηροδρομικό σταθμό ο Σκάντζικας και ο Τζαίημς, τράβηξαν την προσοχή δυο αστυνομικών που επιτηρούσαν τον χώρο, οι οποίοι  τους πλησίασαν και ζήτησαν να ελέγξουν τα χαρτιά τους.Αμέσως, οι δυο φυγάδες, τους έδειξαν  τα σχεδόν τέλεια πλαστά  πιστοποιητικά που είχαν μαζί τους και τους εξήγησαν οτι πήγαιναν με άδεια στην πατρίδες τους (ο Τζαίημς παρίστανε τον Γιουγκοσλαύο και ο Σκάντζικας...Έλληνα εργάτη!).
Οι αστυνομικοί δεν έμειναν ικανοποιημένοι απο την εμφάνιση του Τζέημς και του Σκάντζικα  και τους ζήτησαν να τους ακολουθήσουν στο αστυνομικό τμήμα. Ο Τζέημς που ήξερε λίγα Γερμανικά, διαμαρτυρήθηκε λέγοντας στους Γερμανούς οτι δέν θα έπρεπε να τους καθυστερούν χωρίς λόγο, γιατί οι οικογένειές τους στην πατρίδα τους τους περίμεναν για την λιγοήμερη άδειά τους.
Οι αστυνομικοί τους διαβεβαίωσαν οτι  δεν θα τους καθυστερούσαν, απλώς θα έπρεπε να απαντήσουν σε ορισμένες ερωτήσεις στο τμήμα και μετά θα μπορούσαν να συνεχίσουν το ταξίδι τους.
Τους έβαλαν στη μέση και πιάνοντάς τους γερά απο το μπράτσο,  τους οδήγησαν έξω απο το σταθμό, κάτω απο τα περίεργα βλεμματα των ταξιδιωτών.

Ήταν η πρώτη στιγμή μετά την απόδρασή τους, που άρχισαν να συνειδητοποιούν, οτι το τολμηρό εγχείρημά τους δεν θα είχε καλό τέλος.
Η φυγή προς την ελευθερία των άτυχων αεροπόρων,  είχε φτάσει στο τέλος της.

Στον αστυνομικό σταθμό, τους οδήγησαν στο γραφείο της Kripo (Kriminal Polizei - επι λέξει: αστυνομία εγκλημάτων, κάτι σαν την δική μας ”ασφάλεια” ), που βρισκόταν στον δεύτερο όροφο.
Εκεί, φρουρούμενοι, υποχρεώθηκαν να σταθούν όρθιοι για αρκετή ώρα, εως ότου κάποιος με πολιτικά μπήκε στο δωμάτιο.
Έσπρωξε ένα χαρτί μπροστά στον καθένα τους και τους ζήτησε να γράψουν το όνομά τους.
Οι δύο αεροπόροι, κατάλαβαν ότι ήταν πλέον ανώφελο να προσποιούνται και υπάκουσαν χωρίς  καμμιά διαμαρτυρία.
Οι Γερμανοί τους έρριξαν σε ένα μεγάλο κελλί, όπου διαπίστωσαν οτι δεν ήσαν μόνοι.
Έξι, απο την ομάδα των δώδεκα συντρόφων τους, κάθονταν σε ένα μακρύ πάγκο  περιμένοντας την μοίρα τους.
Αργότερα, θα εμφανίζονταν και άλλοι απο την παρέα τους.
Όλοι τους είχαν συλληφθεί απο τους Γερμανούς στην περιοχή της πόλης Χίρσμπεργκ ή σε τραίνα που κατευθύνονταν προς στον νότο.
Πριν αρχίσουν οι ανακρίσεις, πρόλαβαν και έκρυψαν τους χάρτες και τα πλαστά χρήματα που είχαν μαζί τους, πίσω απο μιά ντουλάπα.Σε λίγο, άρχισαν να τους παίρνουν  έναν-έναν για ανάκριση απο την Γκεστάπο.
Άν και στην περίπτωση του Σκάντζικα και των άλλων συντρόφων του, οι Γερμανοί δεν χρησιμοποίησαν βασανιστήρια,
οι ανακρίσεις της Γκεστάπο δεν ήταν καθόλου ευχάριστη υπόθεση, και οι απειλές, η ψυχολογική βία και η στέρηση τροφής και ύπνου  ήσαν στην ημερησία διάταξη.

Αυτό συνεχίστηκε για τις δυό επόμενες ημέρες.

Όταν οι ανακρίσεις τελείωσαν, οι Γερμανοί συγκέντρωσαν τους  φυγάδες και αλυσοδεμένους, τους οδήγησαν στην φυλακή της πόλης, οπου τους έρριξαν σε ένα μικρό, υγρό κελλί.
Εξαντλημένοι  και πεινασμένοι,  ξάπλωσαν στο βρώμικο πέτρινο πάτωμα.Ο Σκάντζικας και ο Τζέημς έχοντας μείνει άγρυπνοι πάνω απο δυό μερόνυχτα, αποκοιμήθηκαν αμέσως.
Το επόμενο πρωί, ξύπνησαν απο τις άγριες φωνές των Γερμανών.
Μετά απο ενα υποτυπώδες πρωινό,  που αποτελείτο απο απομίμηση καφέ και μια φέτα μαύρο ψωμί, άρχισαν να ανταλλάσσουν σκέψεις για τις εμπειρίες τους και να φιλοσοφούν για το τί δεν πήγε καλά.
Όλοι συμφώνησαν οτι εάν ο καιρός ήταν καλύτερος, σίγουρα θα είχαν καταφέρει να περάσουν στην Τσεχοσλοβακία. Ήλπιζαν,  οτι τουλάχιστον οι τέσσερις της ομάδας που έλειπαν, στάθηκαν πιό τυχεροί απο αυτούς.
Μετά, οι κρατούμενοι άρχισαν να λιγοστεύουν.
Εάν κάποιος απο τους εναπομείναντες, υποψιαζόταν οτι  προορισμός τους δεν ήταν επιστροφή στο Σάγκαν, σίγουρα έκρυβε καλά τις σκέψεις του κάτω απο ένα πέπλο συντροφικότητας και  καλόκαρδων πειραγμάτων.
Ήταν Τετάρτη, 28 Μαρτίου, γύρω στις 2 το απόγευμα, όταν εμφανίσθηκε  ο αρχιδεσμοφύλακας συνοδευόμενος απο έναν αστυνομικό που κρατούσε κάτι έγγραφα.
  -Όποιος ακούσει το όνομά του, θα πρέπει να πάρει τα πράγματά του και να  με ακολουθήσει, είπε κοφτά.
Κατόπιν,  διαβάζοντας απο ένα χαρτί και κάνοντας μια παύση μετά απο κάθε όνομα για να δώσει χρόνο στον καθένα να μαζέψει τα προσωπικά του είδη, φώναξε:
   -Κιεβνάρσκι,... Πάουλουκ,... Βέρνχαμ,..Σκάντζικας!
Οι τέσσερις, (οι δύο πρώτοι Πολωνοί, και ο τρίτος Καναδός) μάζεψαν τα λιγοστά υπάρχοντά τους, αποχαιρέτισαν τους υπόλοιπους και ακολουθώντας τους Γερμανούς, διάβηκαν την βαριά πόρτα του κελιού.
Αυτή ήταν η τελευταία φορά που οι σύντροφοί τους θα τους έβλεπαν ζωντανούς.Τις επόμενες ημέρες  θα εκτελεστούν απο τους Γερμανούς, σε άγνωστες τοποθεσίες και οι σοροί τους θα αποτεφρωθούν στο κρεματόριο της πόλης Χίρσμπεργκ.
Α
πο τους 79 που βγήκαν απο το τούνελ, μόνον 3  κατάφεραν να φτάσουν σε ελεύθερη απο τους Γερμανούς  περιοχή, 
20  στάλθηκαν πίσω  στο 
Stalag Luft III, 6 μεταφέρθηκαν σε άλλα στρατόπεδα, οι δε υπόλοιποι 50, εκτελέστηκαν απο την Γκεστάπο.

 
----

Σύμφωνα με πληροφορίες που ήρθαν στο φώς κατα την διάρκεια των δικών εγκληματιών πολέμου στην Νυρεμβέργη,
ο Σωτήρης Σκάντζικας εκτελέστηκε απο τον Γκεσταπίτη Lux στις 29 Μαρτίου, κάτω απο άγνωστες συνθήκες.
Στο πιστοποιητικό θανάτου του που εξέδωσαν οι Γερμανοί,  γράφεται ότι:  κατα την μεταφορά του, εφονεύθη επιχειρώντας να δραπετεύση”… Μια έκφραση που έχει γίνει συνώνυμη με τις προμελετημενες, εν ψυχρώ δολοφονίες  της Γκεστάπο.
Ίδιο, επι λέξει, πιστοποιητικό θανάτου εκδόθηκε και για τους υπόλοιπους 49  δολοφονηθέντες!
Ο σύντροφός του Σκάντζικα στην "Μεγάλη Απόδραση" Β.A James, στάθηκε τυχερός.Μετα απο λίγες ημέρες οδηγήθηκε στο φοβερό στρατόπεδο συγκεντρώσεως Sachsenhausen,   απο όπου και πάλι απέδρασε, αλλά και πάλι συνελήφθη.
Εκεί κατα  σύμπτωση, βρέθηκε συγκρατούμενος  με τον Στρατάρχη Α.Παπάγο! Θα ελευθερωθεί λίγο πριν το τέλος του πολέμου, τον Απρίλιο του 1945.


Τα  θλιβερά νέα, θα φτάσουν στο στρατόπεδο αρκετά σύντομα.Ο διοικητής του στρατοπέδου κάλεσε τον αρχαιότερο αξιωματικό επικεφαλής των αιχμαλώτων, και του ανακοίνωσε τον θάνατο των 50, προσπαθώντας να διαχωρίσει την θέση του, λέγοντας ότι η Λούφτβάφφε δεν είχε καμμία ανάμιξη στις εκτελέσεις, οι οποίες ήταν δουλειά της Γκεστάπο.
Η δολοφονία των 50 έγινε γνωστή στους αιχμαλώτους του στρατοπέδου,  όταν  ο κατάλογος με τα ονόματα τους τοιχοκολλήθηκε μπροστά σε ένα παράπηγμα.Την επόμενη ημέρα, όλοι σχεδόν οι κρατούμενοι, εμφανίσθηκαν με ένα μαύρο κομμάτι υφάσματος ραμμένο στο μανίκι τους, σε ένδειξη πένθους για τους δολοφονημένους συντρόφους τους.
Πολλοί απο αυτούς τα κατασκεύασαν με το τελευταίο ζευγάρι κάλτσες που είχαν.
Η τεφροδόχος του Σκάτζικα και των άλλων δολοφονηθέντων φυγάδων θα σταλεί στο  Stalag Luft III.
Οι κρατούμενοι έστησαν μνημείο  για τους αδικοχαμένους συντρόφους τους και εκεί τοποθετήθηκαν  οι τεφροδόχοι τους.
Το μνημείο αυτό  διασώζεται  μέχρι σήμερα, καθώς και αρκετά απομεινάρια του στρατοπέδου.

Αργότερα μετά τον πόλεμο, οι τέφροδόχοι  θα μεταφερθούν  στο συμμαχικό νεκροταφείο της πόλης Πόζναν (Poznan) στην Πολωνία.

Εκεί  αναπαύεται σήμερα, ένας απο τους αφανείς ήρωες της Ελληνικής Αεροπορίας, ο ανθυποσμηναγός Σωτήρης Σκάντζικας.



 
Η επιγραφή στο μνημείο του κοιμητηρίου γράφει:

...Ποζνάν, Νεκροταφείο της Παλαιάς Φρουράς.

....Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος:

234 Βρεταννοί,

21 Καναδοί,

18 Αυστραλοί,

3 Νοτιο-Αφρικανοί,

1 Γάλλος,

1 Νορβηγός ,

1 Έλληνας….




Ο γράφων ευχαριστεί θερμά τους:
     * Αντιπτέραρχο Σ.Σκάντζικα, για την ευγενική προσφορά φωτογραφικού υλικού.
     * Μπέρτραμ Α."Τζίμμυ" Τζαίημς, για την καλωσύνη που είχε να  μοιραστεί  μαζί μου τις εμπειρίες του  
        απο την   Μεγάλη Απόδραση.



Πηγές:   Moonless Night       by  B A "Jimmy" James,   Leo Cooper  ISBN 0 85052 900 X
             The Great Escape   by  Anton Gill,                   Review        ISBN 0 7553 1038 1
          
  
             The Great Escape Stalag Luft III, Sagan
             Μια πολύ καλή ιστοσελίδα οπου μπορεί κανείς να βρεί σχεδόν τα πάντα για την επιχείρηση  που θα  
             μείνει στην ιστορία σαν η ”Μεγάλη  Απόδραση”